Ο ΙΕΡΕΑΣ ΩΣ ΦΩΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ
Γκόμα, στις 18/07/2026
Ο ΙΕΡΕΑΣ ΩΣ ΦΩΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΟΝ
ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ
Α΄
ΜΈΡΟΣ
Πατέρες
και αδελφοί,
ΤΙ
ΕΙΝΑΙ
Ο
ΙΕΡΕΑΣ
«Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ
σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Εβρ. 13,8).
Με
αυτή τη βεβαιότητα, η οποία αποτελεί τον άξονα της ζωής της Εκκλησίας,
προσεγγίζουμε το θέμα: «Ο Ιερέας ως φως και ελπίδα στον σύγχρονο κόσμο.»
Κάθε εποχή, ιδιαίτερα δε η δική μας, θέτει
νέα ερωτήματα προς την Εκκλησία. Και η Εκκλησία απαντά, χωρίς όμως να
μεταβάλλει τον λόγο του Θεού ούτε να παρεκκλίνει από την αποστολή της. Οι
ιστορικές συνθήκες αλλάζουν, οι κοινωνίες μεταμορφώνονται, οι τεχνολογίες
εξελίσσονται· όμως η Εκκλησία εξακολουθεί να μαρτυρεί τον ίδιο Χριστό, «τὸν Αὐτὸν
χθὲς καὶ σήμερον».
Συχνά
γίνεται λόγος για οικονομική κρίση, κρίση αξιών κλπ. Όλες αυτές οι διαπιστώσεις
έχουν βέβαια τη σημασία τους. Όμως η Εκκλησία, γνωρίζει ότι στη ρίζα κάθε
εξωτερικής κρίσεως βρίσκεται μία βαθύτερη: Η κρίση της σχέσεως του ανθρώπου με
τον Θεό.
Ο άνθρωπος της εποχής μας κατόρθωσε να
επικοινωνεί ακαριαία με τη μια άκρη της γης στην άλλη, αλλά αδυνατεί να
συνομιλήσει με τον εαυτό του, τον πλησίον του και τον Θεό. Πολλαπλασίασε τα
μέσα και τις ανέσεις της ζωής, αλλά δεν βρήκε το νόημα της ζωής του.
Ο
φαινομενικά ισχυρός άνθρωπος του 21ου αιώνα φοβάται. Φοβάται την
αποτυχία, την απόρριψη, την ασθένεια, τον πόλεμο, τη μοναξιά και κυρίως τον
θάνατο. Παρά την τεχνολογική πρόοδο, τα φαινόμενα ψυχικής εξαντλήσεως,
απομονώσεως και απελπισίας αυξάνονται. Η καρδιά του ανθρώπου εξακολουθεί να διψά
για Εκείνον, για τον οποίο πλάσθηκε.
Ο
ιερός Αυγουστίνος διατύπωσε αυτήν την αλήθεια με τον γνωστό του λόγο: «Ἀνήσυχη
εἶναι ἡ καρδιά μας, μέχρι νὰ ἀναπαυθεῖ σὲ Σένα.» Η διατύπωση αυτή εκφράζει μια
πανανθρώπινη εμπειρία: Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αισθανθεί πλήρης, αληθινά
ικανοποιημένος από τίποτε άλλο παρά μόνο από την παρουσία του Θεού στην καρδιά
του.
Γι’ αυτό και η αποστολή του ιερέα δεν είναι
να διαχειρισθεί κοινωνικά προβλήματα. Πρώτιστο έργο του είναι να θεραπεύσει την
πνευματική πείνα του ανθρώπου, οδηγώντας τον σε κοινωνία με το Χριστό.
Η
Εκκλησία δεν προσφέρει στον κουρασμένο άνθρωπο μια ακόμα ιδεολογία αλλά ένα
Πρόσωπο.
Ο
Χριστός δεν είπε «Εγώ σας έφερα μία αλήθεια», αλλά «Ἐγώ εἰμι ἡ Ὁδός καὶ ἡ Ἀλήθεια
καὶ ἡ Ζωή» (Ιω. 14,6).
Η
χριστιανική πίστη δεν είναι αποδοχή μιας τέλειας ηθικής διδασκαλίας. Είναι
είσοδος σε μία σχέση κοινωνίας με τον Ζώντα Θεό. Αυτό δε είναι το κατεξοχήν
έργο του ιερέως: να γίνεται διάκονος αυτής της σχέσεως.
Η
ΙΕΡΩΣΥΝΗ!
Ο
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στο έργο του «Περὶ Ἱερωσύνης», εκφράζει το
μεγαλείο του ιερατικού λειτουργήματος. Γράφει χαρακτηριστικά ότι η ιερωσύνη
τελείται επάνω στη γη, αλλά συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ουράνια πράγματα. Δεν
την καθιέρωσε άνθρωπος ούτε άγγελος, αλλά ο ίδιος ο Παράκλητος. Η ιερωσύνη, δεν
αποτελεί ανθρώπινο αξίωμα. Είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος και συγχρόνως
σταυρός.
Ο
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος αρχικά απέφυγε την ιερωσύνη από φόβο μήπως
αποδειχθεί ανάξιος, ομολογεί ότι εκείνος που πρόκειται να οδηγήσει άλλους στον
Θεό πρέπει πρώτα ο ίδιος να έχει μαθητεύσει στη θεία ζωή: «Δεῖ πρῶτον καθαρθῆναι,
εἶτα καθαίρειν· σοφισθῆναι, εἶτα σοφίζειν· γενέσθαι φῶς, καὶ τότε φωτίζειν.»
Εδώ συνοψίζεται ολόκληρη η ορθόδοξη ποιμαντική. Δεν μπορεί να γίνει κάποιος Φως, αν δεν έχει
προηγουμένως φωτισθεί.
Δεν
μπορεί να εμπνεύσει ελπίδα, αν ο ίδιος δεν ζει από την ελπίδα της Αναστάσεως.
Δεν μπορεί να οδηγήσει στη μετάνοια, αν ο
ίδιος δεν μετανοεί καθημερινά.
Η
Εκκλησία δεν ζητεί από τον ιερέα τελειότητα με την ανθρώπινη έννοια. Ζητεί
διαρκή αγώνα αγιασμού.
Κατά
τη χειροτονία του, ο ιερέας γίνεται λειτουργική εικόνα του Χριστού μέσα στην
ευχαριστιακή σύναξη.
Όταν
υψώνει τα Τίμια Δώρα, δεν ενεργεί εξ ιδίων δυνάμεων, αλλά «ἐν προσώπῳ Χριστοῦ».
Όταν
συγχωρεί στην εξομολόγηση, δεν προσφέρει προσωπική επιείκεια, αλλά μεταδίδει τη
συγχωρητική χάρη του Θεού.
Όταν
πενθεί με τον πενθούντα ή χαίρεται με τον χαίροντα, γίνεται σημείο της
παρουσίας του Καλού Ποιμένος μέσα στον κόσμο.
Γι'
αυτό ακριβώς ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, καλεί τους πιστούς να βλέπουν στο
πρόσωπο του ποιμένος όχι μια ανθρώπινη εξουσία, αλλά την εικόνα της
εκκλησιαστικής ενότητας γύρω από τον Χριστό.
Η
εποχή μας έχει χορτάσει από λόγια. Δεν πείθεται εύκολα από επιχειρήματα.
Συγκινείται, όμως, από τη μαρτυρία.
Ο
σύγχρονος άνθρωπος θα ακούσει το κήρυγμα, εφόσον προηγουμένως διακρίνει έναν
κήρυκα που ξέρει να προσεύχεται, που αγαπά, που συγχωρεί, που υπομένει και που
προσφέρει ειρήνη.
Ο
Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ συνόψισε αυτή την πραγματικότητα με την προτροπή:
«Απόκτησε το Πνεύμα της ειρήνης και χιλιάδες
γύρω σου θα σωθούν.» Αυτή είναι η μεγαλύτερη ποιμαντική πρόκληση της εποχής
μας. Δηλ. δεν έχουμε ανάγκη από περισσότερο ακτιβισμό.
Έχουμε
ανάγκη από περισσότερη αγιότητα. Διότι μόνο ο άνθρωπος που κατοικείται
από τον Θεό μπορεί να γίνει φως μέσα στο σκοτάδι του κόσμου.
Β΄ ΜΕΡΟΣ
Ο ΙΕΡΕΑΣ ΩΣ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
(Η
πνευματική ακτινοβολία του ποιμένος ως καρπός της ενώσεώς του με τον Χριστό)
Το
πρώτο χαρακτηριστικό του αληθινού ποιμένος είναι ότι γίνεται φορέας του φωτός
του Χριστού. Δεν είναι τυχαίο ότι ολόκληρη η Αγία Γραφή διαπερνάται από τον
συμβολισμό του φωτός. Από την πρώτη δημιουργική προσταγή του Θεού-«Γενηθήτω φῶς»
(Γεν. 1,3)- μέχρι την ουράνια Ιερουσαλήμ της Αποκαλύψεως, όπου «λύχνος αὐτῆς τὸ
Ἀρνίον» (Αποκ. 21,23), το φως εκφράζει την ίδια τη ζωή του Θεού.
Ο
ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει: «Ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία.»
(Α΄ Ιω. 1,5)
Συνεπώς
η Εκκλησία, δεν καλείται να δημιουργήσει ένα νέο φως μέσα στον κόσμο.
Το
Φως υπάρχει ήδη· είναι ο ίδιος ο Χριστός.
Ο
ιερέας καλείται να γίνει διάφανος, ώστε να περνά μέσα από τη ζωή του αυτό το
άκτιστο Φως.
Το
Φως δεν είναι ιδιότητα, είναι μετοχή στη ζωή και το ήθος του Χριστού.
Ο άνθρωπος δεν γίνεται φως επειδή διαθέτει
κοσμική σοφία, φυσικές αρετές ή εξαιρετικές διανοητικές ικανότητες ή ζηλευτή
επιστημονική κατάρτιση. Ούτε βέβαια επειδή μπορεί να χάνεται στα ύψη
φιλοσοφικών στοχασμών.
Γίνεται
φως επειδή κοινωνεί μυστηριακά με την Πηγή του Φωτός.
Ο
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύοντας το γεγονός της Μεταμορφώσεως του
Κυρίου, διδάσκει ότι το φως του Θαβώρ δεν ήταν κάποιο κτιστό φαινόμενο, αλλά η
άκτιστη ενέργεια του Θεού, η ίδια η δόξα της θεότητος, στην οποία αξιώνονται να
μετέχουν οι άγιοι. Αυτό έχει άμεση ποιμαντική σημασία. Ο ιερέας δεν είναι μόνο
δάσκαλος της αλήθειας. Καλείται να γίνει προηγουμένως μέτοχος της Αλήθειας.
Δεν
είναι απλώς φορέας θεολογικών πληροφοριών περί Θεού. Είναι μάρτυρας της
εμπειρίας του Θεού. Η ποιμαντική δεν είναι μετάδοση γνώσεων. Είναι μετάδοση
εμπειρίας και ζωής. «Γενέσθαι φῶς, καὶ τότε φωτίζειν» Πόσο απλή είναι αυτή η
φράση! Και όμως περικλείει ολόκληρο το μυστήριο της ποιμαντικής.
Συχνά
πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι θα αλλάξουν από τα κηρύγματά μας.
Οι Πατέρες όμως επιμένουν ότι ο άνθρωπος
μεταμορφώνεται κυρίως από τη συνάντηση με έναν μεταμορφωμένο άνθρωπο (δηλ. με
έναν άνθρωπο Φωτός και Ελπίδας).
Η
μεγαλύτερη αποστολή του ιερέως δεν είναι να οργανώσει πολλά. Είναι να γίνει ο
ίδιος κατοικητήριο της θείας Χάριτος.
Ο
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον Πατέρα, μιλά για
την προσωπική εμπειρία του θείου φωτός. Δεν πρόκειται για μία προνομιακή
εμπειρία ορισμένων μεγάλων ασκητών. Πρόκειται για την κλήση κάθε βαπτισμένου
ανθρώπου. Πολύ περισσότερο κάθε ποιμένος.
Ο
Άγιος γράφει ότι εκείνος που δεν γεύθηκε το φως της Χάριτος μοιάζει με άνθρωπο
που περιγράφει τον ήλιο χωρίς ποτέ να τον έχει δει.
Πόσο
επίκαιρη είναι αυτή η επισήμανση!
Πατέρες
και αδελφοί,
Όλοι
έχουμε γνωρίσει στη ζωή μας ιερείς οι οποίοι δεν διέθεταν πανεπιστημιακές
περγαμηνές. Όταν όμως πλησίαζες κοντά τους, ένιωθες ειρήνη, έπαιρνες Φως.
Ένιωθες ότι κάποιος Άλλος βρισκόταν μαζί τους. Αυτό είναι το χάρισμα της
πνευματικής ακτινοβολίας που αποκτάται μέσα στη σιωπή της προσευχής, στην
κατάνυξη της μετάνοιας, στην Θεία Λειτουργία που τελείται με φόβο Θεού.
Η
πνευματική ζωή γεννά τον ποιμένα. Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τονίζει ότι όλη η
ζωή της Εκκλησίας πηγάζει από τη Θεία Ευχαριστία. Εκεί ο άνθρωπος ενώνεται
πραγματικά με τον Χριστό. Η Ευχαριστία είναι αυτή που συγκροτεί την Εκκλησία.
Αυτή δίνει το Φως το αληθινό.
Ο
ιερέας δεν μπορεί να γίνει φως, αν η Θεία Λειτουργία δεν μετατραπεί σε
καθημερινή επιθυμία του.
Στη
σύγχρονη εποχή υπάρχει ένας μεγάλος πειρασμός. Να θεωρήσουμε ότι η επιτυχία της
ποιμαντικής εξαρτάται αποκλειστικά από τις οργανωτικές μας ικανότητες.
Χρειαζόμαστε βεβαίως και οργάνωση, αλλά η
Εκκλησία ποτέ δεν αναγεννήθηκε από μόνη την καλή οργάνωση. Αναγεννήθηκε από
τους αγίους. Η ποιμαντική αρχίζει από την καρδιά.
Η μεγαλύτερη προσφορά προς την ενορία μας
είναι η προσωπική μας μετάνοια.
Ο κόσμος σήμερα κουράστηκε από ανθρώπους που
προβάλλουν τον εαυτό τους. Αναζητά ποιμένες που θα φανερώνουν τον Χριστό. Η
ταπείνωση είναι ίσως η πιο φωτεινή αρετή του ιερέως. Είναι δύναμη που πηγάζει
από την επίγνωση ότι όλα όσα έχει είναι δωρεά του Χριστού.
Ο
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης έγραφε: «Όπου υπάρχει ταπείνωση, εκεί αναπαύεται το
Άγιο Πνεύμα» Και όπου αναπαύεται το Άγιο Πνεύμα, εκεί υπάρχει Φως.
Η
ποιμαντική παρουσία ως Φως και Ελπίδα είναι απαραίτητη ιδιαίτερα όταν ο
άνθρωπος «πονά»
Ο
ιερέας πρέπει να είναι παρών στο νοσοκομείο. Παρών και προσευχόμενος στην
εξομολόγηση. Στην κηδεία. Στη χαρά του γάμου. Στην αγωνία των νέων γονέων. Στη
μοναξιά του ηλικιωμένου. Στους προβληματισμούς του νέου.
Η
παρουσία αυτή είναι η συνέχιση της παρουσίας του Χριστού μέσα στην ιστορία.
Γι' αυτό ο λαός του Θεού δεν θυμάται τα
κηρύγματα, θυμάται όμως ποιος στάθηκε δίπλα του όταν όλοι οι άλλοι έφυγαν. Και
τότε καταλαβαίνει τι σημαίνει ότι ο ποιμένας έγινε «φως του κόσμου». Έλαμψε για
να δουν οι άλλοι μέσα από αυτόν τον Χριστό.
Γ΄ ΜΕΡΟΣ
Ο ΙΕΡΕΑΣ ΩΣ ΕΛΠΙΔΑ
ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
«Εὐλογητὸς
ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ… ὁ ἀναγεννήσας ἡμᾶς εἰς ἐλπίδα ζῶσαν
δι' ἀναστάσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ.» (Α΄ Πέτρ. 1,3)
Πατέρες
και αδελφοί,
Δεν
υπάρχει άλλη κοινότητα στον κόσμο πλην της Εκκλησίας, που να μπορεί να πει με
τόση βεβαιότητα ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Δεν υπάρχει άλλη
δύναμη που να μπορεί να σταθεί μπροστά σε έναν ανοιχτό τάφο και να ψάλλει:
«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν...»
Αυτή
είναι η ταυτότητα της Εκκλησίας. Και αυτή είναι η ταυτότητα του ιερέως.
Είναι
μάρτυρας της Αναστάσεως του Χριστού. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει αυξήσει το
προσδόκιμο της ζωής, αλλά φοβάται περισσότερο από ποτέ τον θάνατο. Η μεγαλύτερη
φτώχεια του σύγχρονου ανθρώπου είναι η απώλεια του νοήματος της ύπαρξής του. Ο
Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να ζήσει μέσα
στον Χριστό. Όταν αποκοπεί από αυτή τη σχέση, ακόμη και αν αποκτήσει ολόκληρο
τον κόσμο, παραμένει υπαρξιακά πτωχός. Αυτό εξηγεί γιατί η αφθονία δεν
εξαλείφει την απελπισία. Η εποχή μας συγχέει την Ελπίδα με την αισιοδοξία.
Η
αισιοδοξία είναι απλά μια ψυχολογική κατάσταση. Εξαρτάται από τις περιστάσεις.
Η Ελπίδα της Εκκλησίας είναι κάτι πολύ
βαθύτερο. Είναι καρπός της Αναστάσεως. Ο χριστιανός πονά, κλαίει, υποφέρει. Δεν
απελπίζεται όμως. Γιατί γνωρίζει ότι ο Χριστός έχει ήδη νικήσει εκείνο που
φοβάται περισσότερο ο άνθρωπος. Τον θάνατο.
Πόσες
φορές στεκόμαστε μπροστά σε ένα φέρετρο.
Ο
κόσμος δεν περιμένει έναν ακόμη επικήδειο. Περιμένει να δει αν εμείς οι ίδιοι
πιστεύουμε πραγματικά στην Ανάσταση. Αν ο ιερέας τελεί την εξόδιο ακολουθία σαν
μία τυπική υποχρέωση, τίποτε δεν αλλάζει. Εάν όμως την τελεί με την εσωτερική
βεβαιότητα ότι ο Χριστός «θανάτῳ θάνατον πατήσας», μας χάρισε τη ζωή τότε ακόμη
και η σιωπή του γίνεται κήρυγμα. Ο λαός αισθάνεται πότε ο ποιμένας πιστεύει.
Και αυτή η πίστη γεννά ελπίδα.
Η
παρουσία του ποιμένα συνδέεται πάντοτε με την θεραπευτική αποστολή του.
Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν αντιλαμβάνεται την
Εκκλησία ως δικαστήριο. Την αντιλαμβάνεται ως θεραπευτήριο. Ο Άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος ονομάζει την Εκκλησία «πνευματικό ιατρείο». Ο ιερέας, λοιπόν, δεν
στέκεται απέναντι στον αμαρτωλό ως δικαστής. Στέκεται δίπλα του ως πατέρας.
Ο
άνθρωπος της εποχής μας κουβαλά τραύματα. Άλλα προέρχονται από την οικογένεια.
Άλλα από τις κοινωνικές συνθήκες. Άλλα από προσωπικές επιλογές. Άλλα από την
ίδια την αμαρτία. Και ο ποιμένας καλείται να θεραπεύσει χωρίς να συντρίψει. Να
πει την αλήθεια χωρίς να χάσει την αγάπη. Να δείξει την αγάπη χωρίς να προδώσει
την αλήθεια. Αυτή η ισορροπία είναι το μεγαλείο της ορθόδοξης ποιμαντικής.
Ο
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος περιγράφει τον πνευματικό άνθρωπο με μία από τις ωραιότερες
εικόνες της πατερικής γραμματείας.
Λέγει
ότι η ελεήμων καρδιά είναι εκείνη που καίγεται από αγάπη για όλη την κτίση. Για
τους ανθρώπους. Για τα ζώα. Για τα πτηνά. Ακόμη και για τους εχθρούς. Αυτό
είναι το πρότυπο της ποιμαντικής καρδιάς. Ο ιερέας δεν μπορεί να διακρίνει
ποιον θα αγαπήσει. Η αγάπη του Χριστού είναι καθολική.
Η
ποιμαντική γίνεται εν Χριστώ όταν αποκτά αυτή την καθολικότητα.
Ήδη η ανθρωπότητα εισέρχεται σε μία νέα
εποχή. Η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλει την εργασία. Η βιοτεχνολογία
επαναπροσδιορίζει τα όρια της ανθρώπινης ζωής. Οι πόλεμοι δημιουργούν νέες
προσφυγικές τραγωδίες. Η οικογένεια δοκιμάζεται. Οι νέοι μεγαλώνουν μέσα σε
έναν καταιγισμό πληροφοριών, αλλά με ελάχιστη εσωτερική σιωπή και το χειρότερο
αδυνατούν να διακρίνουν την αλήθεια από την πλάνη. Όλα αυτά δημιουργούν έναν
νέο «πολιτισμό».
Η
Εκκλησία δεν φοβάται την πρόοδο. Φοβάται μόνο έναν πολιτισμό χωρίς πρόσωπο.
Χωρίς αγάπη. Χωρίς Θεό. Γι' αυτό ο ιερέας καλείται να θυμίζει διαρκώς ότι η
αξία του ανθρώπου δεν βρίσκεται σε όσα παράγει. Ούτε σε όσα κατέχει. Ούτε στην
ψηφιακή του ταυτότητα. Αλλά στο γεγονός ότι είναι εικόνα του Θεού. Ίσως γι'
αυτό η μεγαλύτερη ποιμαντική πράξη να είναι πλέον η προσωπική παρουσία του
ιερέα. Να κάθεται ο ιερέας δίπλα στον άρρωστο χωρίς να μιλά. Να κρατά το χέρι
του ηλικιωμένου. Να ακούει τον νέο χωρίς να τον διακόπτει. Να δέχεται τον
αμαρτωλό χωρίς να τον εξευτελίζει. Να δακρύζει με εκείνον που πενθεί. Τότε ο
άνθρωπος αισθάνεται ότι ο Θεός δεν τον εγκατέλειψε.
Αλλά η Ελπίδα έχει πρόσωπο. Η Εκκλησία δεν προσφέρει μία ιδέα. Προσφέρει
τον ίδιο τον Χριστό.
Η
ελπίδα της Εκκλησίας δεν είναι μία θεωρία για το μέλλον. Είναι ένα Πρόσωπο που
ήδη βρίσκεται ανάμεσά μας. Γι' αυτό και ο ιερέας δεν καλείται να οδηγεί τους
ανθρώπους στον εαυτό του αλλά στο Χριστό. Κάθε «επιτυχημένη» ποιμαντική που
δημιουργεί εξάρτηση από το πρόσωπο του ποιμένος είναι τελικά αποτυχία. Η
αληθινή ποιμαντική οδηγεί πάντοτε στον Χριστό.
Όπως
ο Τίμιος Πρόδρομος είπε: «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι.»
(Ιω. 3,30) Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο μάθημα της ιερωσύνης. Να μικραίνει ο
ποιμένας. Για να μεγαλώνει ο Χριστός στις καρδιές των ανθρώπων. Και τότε ο
κόσμος θα αναγνωρίζει ότι η ελπίδα δεν είναι ανθρώπινο δημιούργημα. Είναι δώρο
του Αναστάντος Κυρίου, που συνεχίζει να ενεργεί μέσα στην Εκκλησία Του, διά της
ιερωσύνης και της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Πατέρες
και αδελφοί,
Ζούμε
σε μία κοινωνία υπερβολικού θορύβου. Όλοι μιλούν. Ελάχιστοι ακούν. Ο ιερέας
καλείται να γίνει και άνθρωπος της σιωπής όταν χρειάζεται. Όχι βέβαια μιας
σιωπής αδιαφορίας. Αλλά μιας σιωπής που οδηγεί στον Λόγο. Οι μεγάλοι Πατέρες
μιλούσαν επειδή πρώτα είχαν σιωπήσει ενώπιον του Θεού. Ο λόγος τους είχε δύναμη
γιατί γεννιόταν στη σιωπή της προσευχής. Ίσως επίσης χρειαζόμαστε λιγότερα
λόγια και περισσότερη παρουσία στα προβλήματα των ανθρώπων.
Οι
νέοι συγκεκριμένα δεν ζητούν μία Εκκλησία που θα μιμείται τις κοσμικές
εκδηλώσεις και συνάξεις. Ζητούν μία Εκκλησία που θα τους δείχνει έναν
διαφορετικό τρόπο ζωής. Αναζητούν αυθεντικότητα, αλήθεια, πρόσωπα. Όχι αυστηρό
επιτηρητή αλλά Πατέρα. Η πατρότητα, βέβαια, είναι καρπός θυσίας. Δεν
επιβάλλεται αλλά κερδίζεται με την συμπεριφορά μας. Ίσως το σημαντικότερο
μήνυμα που οφείλει να εκπέμπει σήμερα κάθε ενορία είναι ότι κανείς δεν
περισσεύει. Ο Χριστός δεν απέκλεισε τον τελώνη. Δεν απέκλεισε την πόρνη. Δεν
απέκλεισε τον ληστή. Ούτε εμείς έχουμε δικαίωμα να αποκλείσουμε οποιονδήποτε
άνθρωπο από την αγάπη της Εκκλησίας. Αυτό είναι το λεπτό σημείο της ορθόδοξης
ποιμαντικής: Να διαφυλάσσει ακέραιη την αλήθεια της πίστεως και συγχρόνως να
αγκαλιάζει κάθε άνθρωπο ως εικόνα του Θεού. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν
τον Χριστό, η ιστορία δεν οδηγείται στο σκοτάδι. Διότι το φως του Αναστάντος
Κυρίου εξακολουθεί να φωτίζει τον κόσμο «καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν». Ο
λαός του Θεού συγχωρεί εύκολα τις ανθρώπινες αδυναμίες ενός ιερέως. Εκείνο που
δεν μπορεί να δεχθεί είναι η έλλειψη αυθεντικότητας. Όταν ο ποιμένας ζει αυτό
που κηρύττει, ακόμη και οι ατέλειές του γίνονται αφορμή ταπεινώσεως και
οικοδομής. Όταν όμως υπάρχει απόσταση ανάμεσα στον λόγο και στη ζωή, τότε η
ποιμαντική μαρτυρία χάνει τη δύναμή της.
Ο
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι ο ιερέας βρίσκεται διαρκώς κάτω από
το βλέμμα του λαού. Οι πιστοί δεν ακούν μόνο το κήρυγμά του· διαβάζουν τη ζωή
του. Η καθημερινή του συμπεριφορά, ο τρόπος που τελεί τη Θεία Λειτουργία, η
ευγένεια, η πραότητα, η υπομονή, ακόμη και η σιωπή του, γίνονται άφωνο κήρυγμα.
Από
την ημέρα της χειροτονίας μας, η ζωή μας, δεν μας ανήκει πλέον. Ανήκει στην
Εκκλησία. Ανήκει στον λαό του Θεού. Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της ιερωσύνης.
Να μικραίνει καθημερινά ο παλαιός άνθρωπος. Και να μεγαλώνει μέσα μας ο
Χριστός. Έτσι γινόμαστε Φως και Ελπίδα για τον κόσμο.
Και
όταν ολοκληρωθεί η επίγεια διακονία μας, ας αξιωθούμε να ακούσουμε από τα χείλη
Εκείνου που μας κάλεσε στην ιερωσύνη τον πιο γλυκύ λόγο: «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ
πιστέ· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου.» (Ματθ. 25,21)
Είθε οι πρεσβείες της
Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων ποιμένων της Εκκλησίας να μας συνοδεύουν
στον καθημερινό μας αγώνα, ώστε να γινόμαστε αληθινά Φως και Ελπίδα για τον λαό
του Θεού, προς δόξαν του Παναγίου και Ζωοποιού Τριαδικού Θεού. Αμήν.
( Εκ της Ιεράς Επισκοπής Γκόμας και
Μεγάλου Κίβου)

Commentaires
Enregistrer un commentaire